Είναι συνηθισμένο αλλά και κατανοητό λάθος να βγάζουμε συμπεράσματα για τη σχέση μας με τον Θεό από τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους γύρω μας. Όταν η οικογενειακή ζωή είναι χαρούμενη και ειρηνική, είναι εύκολο το να πεις, «Ευχαριστώ, Θεέ μου». Όταν βρισκόμαστε σε πολλές συγκρούσεις, τον φανταζόμαστε θυμωμένο μαζί μας. Όταν οι άνθρωποι που νομίζαμε ότι ήταν φίλοι μας αρχίζουν να μας αγνοούν, νομίζουμε ότι μας απορρίπτει και ο Ίδιος. Πάνω από όλα, η ένοχη συνείδησή μας, μας κάνει να ντρεπόμαστε να προσευχηθούμε, υποθέτοντας ότι είναι πολύ εκνευρισμένος για να νοιάζεται πια για εμάς.


Ο ίδιος ο Ιησούς ήξερε πώς ήταν να είσαι μόνος. Αφού κάποια σκληρά πράγματα στις διδασκαλίες του έκαναν πολλούς οπαδούς να τον εγκαταλείψουν και να απομακρυνθούν, τότε ρώτησε τους μαθητές του αν επρόκειτο να φύγουν κι αυτοί. Στην πραγματικότητα τον εγκατέλειψαν στον κήπο της Γεθσημανής. Τα βάσανα του Ιησού στον σταυρό ήταν εντελώς μοναχικά – ακόμη και ο Πατέρας του τον εγκατέλειψε εκεί – για να μπορέσει ο Ιησούς να μας εγγυηθεί ότι ο Πατέρας του δεν θα εγκατέλειπε εμάς ποτέ.

Ο βασιλιάς Δαβίδ, αμαρτωλός και άγιος, ήξερε ότι δεν ήταν ποτέ μόνος: «Αν και ο πατέρας και η μητέρα μου με εγκατέλειψαν, ο Κύριος θα με δεχτεί» (Ψαλμός 27:10). Τι ανακούφιση είναι να μπορείς να τελειώσεις μια κακή μέρα με την προσευχή, «Λοιπόν, Πατέρα, τουλάχιστον είσαι ακόμα εδώ μαζί μου». Εδώ είναι η υπόσχεση του Θεού για εσάς και για όλους τους πιστούς: «Ο Θεός είπε: “Δεν θα σας αφήσω ποτέ και ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψω» (Εβραίους 13:5).


Κοιμήσου καλά απόψε.