Έχετε ακούσει ποτέ έναν ηλικιωμένο πολίτη, αδύναμο και γεμάτο χρόνια, κλινήρη και συχνά πονώντας, να στενάζει, «Γιατί δεν με παίρνει ο Θεός; Πονάω συνέχεια. Δεν είμαι χρήσιμος σε κανέναν. Είμαι έτοιμος να φύγω εδώ και πολύ καιρό. Γιατί είμαι ακόμα εδώ;» Τι μπορείς να πεις σε κάποιον που αγαπάς του οποίου η ζωή είναι γεμάτη στεναγμούς όπως αυτούς: «Από τα βάθη σε φωνάζω, ΚΥΡΙΕ. Κύριε, άκουσε τη φωνή μου. Αφουγκράσου την κραυγή μου για έλεος» (Ψαλμός 130:1,2).


Ορισμένες χώρες έχουν περάσει νόμους για την ευθανασία που ουσιαστικά επιτρέπουν στους ανθρώπους να αυτοκτονήσουν νόμιμα, με τη βοήθεια ενός γιατρού. Οποιοσδήποτε βιβλικός Χριστιανός θα αποκρούονταν με τρόμο από αυτό το είδος «δολοφονίας με έλεος», ανεξάρτητα από το πόσο καλό θα μπορούσε να γίνει για να τερματιστεί μια ζωή γεμάτη πόνο. Αλλά πίσω στο κύριο ερώτημα: γιατί δεν τους παίρνει ο Θεός;


Γιατί αλήθεια; Ο Παντοδύναμος μπορεί να έχει πολλούς λόγους για να επιτρέπει σε έναν πάσχοντα να μείνει λίγο περισσότερο. Τα λόγια ελπίδας τους, το θάρρος και η αντοχή τους, η υπομονή τους στο να σηκώσουν το βάρος τους και η γαλήνια εμπιστοσύνη τους στην αιώνια ζωή μέσω του Ιησού μπορεί να αλλάξει της καρδιές νεότερων και υγιέστερων ανθρώπων γύρω τους. Ίσως έχουν ισχυρότερο αντίκτυπο στους γύρω τους όσο είναι άρρωστοι παρα όταν είναι υγιείς. Ο Άγιος Παύλος είπε: «Ο Θεός επέλεξε τα αδύναμα πράγματα του κόσμου για να ντροπιάσει τους δυνατούς» (Α’ Κορινθίους 1:27).
Θα μας πάει σπίτι όταν ολοκληρωθεί η αποστολή μας.